Η Κέρκυρα είναι το δεύτερο σε μέγεθος νησί των Επτανήσων. Έχει πληθυσμό 11.975 κατοίκων, σύμφωνα με την γενική απογραφή πληθυσμού του έτους 2001 και μαζί με τους Παξούς και τα Διαπόντια Νησιά (Οθωνούς, Ερείκουσα και Μαθράκι) αποτελεί το Νομό Κερκύρας. Πολιτικό, διοικητικό και εμπορικό κέντρο του νομού  είναι η πόλη της Κέρκυρας.

ΒΕΝΕΤΙΚΗ ΚΥΡΙΑΡΧΙΑ (1500-1797)

Πολιτικά και στρατιωτικά γεγονότα

Η περίοδος της βενετοκρατίας ξεκινά από το 1386, όταν η κοινότητα της πόλεως της Κέρκυρας ζητά να υπαχθεί υπό την προστασία και την εξουσία του Βενετικού κράτους.

Το ενδιαφέρον της Βενετίας για την Κέρκυρα είχε εκδηλωθεί από πολύ παλαιότερα, καθώς το νησί αποτελεί σημείο με στρατηγική σημασία για την Βενετία τόσο για τα εμπορικά όσο και για τα γεωπολιτικά της συμφέροντα στην Ανατολή. Η πραγματικότητα αυτή αναδεικνύει το νησί της Κέρκυρας σε κομβικό πεδίο στρατιωτικής αντιπαράθεσης, σχεδόν σε κάθε βενετοτουρκικό πόλεμο, με συνέπειες που ανιχνεύονται στην μακρά διάρκεια της ιστορίας του νησιού, τόσο στο τοπίο όσο και την πληθυσμιακή του σύσταση.

Η Κέρκυρα γνώρισε τρεις οθωμανικές πολιορκίες, οι οποίες απέτυχαν να εκπορθήσουν τις ισχυρές της οχυρώσεις, ωστόσο συνοδεύτηκαν από λεηλασίες και καταστροφές της υπαίθρου και εξανδραποδισμό των κατοίκων της. Η πρώτη πραγματοποιήθηκε το 1537, οδήγησε σε εκτεταμμένες καταστροφές στην ανοχύρωτη πόλη  και την ύπαιθρο,οι οποίες επέδρασαν καθοριστικά στην διαμόρφωση του τοπίου της Κέρκυρας, με την αντικατάσταση των κατεστραμένων αμπελώνων από ελαιόδενδρα. Η πολιορκία ανέδειξε τα προβλήματα στην αμυντική πολιτική των βενετών στο νησί, η οποία ουσιαστικά άφηνε απροστάτευτη την πόλη και τους κατοίκους της και σήμανε την έναρξη νέων παρεμβάσεων στο Παλαιό Φρούριο (1557), κατά τις οποίες λήφθηκε υπόψη η νέα οχυρωματική πρακτική που διαμορφωνόταν από τις ανάγκες που δημιουργήσε στην φρουριακή αρχιτεκτονική η χρήση νέων όπλων (πυροβόλων). Η νέα πολιορκία του 1571 από τις οθωμανικές δυνάμεις, οδήγησε την Βενετία στην λήψη απόφασης οχύρωσης της πολης που υλοποιήθηκε με το περιτοίχισμά της, την δημιουργία του Νέου Φρουρίου και την διαμόρφωση της πλατείας Σπιανάδας, ενταγμένης στον αμυντικό σχεδιασμό του Παλαιού Φρουρίου. Νέα οχυρωματικά έργα πραγματοποιήθηκαν μετά την τρίτη πολιορκία (1716), στα πλαίσια του Δ΄Βενετοτουρκικού πολέμου, αναδεικνύοντας το ενδιαφέρον της Βενετίας για την κατοχή της Κέρκυρας, ιδιαίτερα μετά την απώλεια της Κρήτης (1669).

Οι απώλειες του πληθυσμού, που επέφεραν οι δύο πρώτες πολιορκίες, αντιμετωπίστηκαν με ενθάρρυνση της μετανάστευσης προς την Κέρκυρα. Παράλληλα, στο νησί καταφεύγουν ομάδες πληθυσμών από περιοχές που περνούν υπό την οθωμανική κυριαρχία (χαρακτηριστικό παράδειγμα η Κρήτη).

Κοινωνία και Οικονομία

Στην Κέρκυρα οι κοινωνικές δομές χαρακτηρίζονται από πυραμιδωτή διάρθρωση, η οποία προκύπτει από τις υπάρχουσες κοινωνικές καιοικονομικές φεουδαλικές δομές. Σε αδρές γραμμές αναγνωρίζουμε τρεις κυρίαρχες κοινωνικές ομάδες, σε αναλογία και με τα άλλα νησιά του Ιονίου, τους ευγενείς (nobili), τους αστούς (cittadini) και μία γενικότερη πληθυσμιακή μάζα, γνωστή ως popolo.  Στο πλαίσιο των παραπάνω φεουδαλικών δομών αναπτύσσεται μία αγροτική οικονομία, η οποία κυριαρχείται από την ελαιοκαλλιέργεια. Σημαντική, ωστόσο, είναι η συμβολή της Κέρκυρας στην παραγωγή άλατος με τις τρεις δημόσιες αλυκές στο νησί. Ο αγροτικός κόσμος του νησιού, που κινείται μέσα σε αυτό το φεουδαλικό θεσμικό περιβάλλον, χαρακτηρίζεται από τα προνόμια των φεουδαρχών, τα δοσίματα και τα φορολογικά βάρη των χωρικών. Τα δύο τελευταία, ιδιαίτερα δυσβάστακτα, οδηγούν σε αντίδραση τον αγροτικό πληθυσμό που φτάνει ακόμα και στην εξέγερση, όπως έγινε το 1652 και το 1748.

Διοικητική και στρατιωτική οργάνωση

Η βενετική διοίκηση του νησιού συνίσταται στον βάιλο, (απεσταλμένο της Βενετίας, προε

ρχόμενο, όπως άλλωστε και οι άλλοι βενετοί αξιωματούχοι από αριστοκρατικές οικογένειες της μητρόπολης) με αρμοδιότητες σχετικά με την απονομή της δικαιοσύνης, τη φορολογία και την άμυνα. Σύντομα, προστίθενται και άλλοι αξιωματούχοι (προβλεπτής – καπετάνιος , σύμβουλοι βάιλου ). Από τον 16ο  αιώνα, η Κέρκυρα αποτελεί την έδρα του γενικού προβλεπτή της θάλασσας ή της Ανατολής με αρμοδιότητες που εκτείνονται σε όλα τα υπο βενετική διοίκηση νησιά. 

ΠΡΩΤΗ ΓΑΛΛΙΚΗ ΚΥΡΙΑΡΧΙΑ (1797-1798)

Διοίκηση και κοινωνία

Με τον κατάπλου του γαλλικού στόλου στις 27 Ιουνίου του 1797 στην Κέρκυρα, ξεκινά η περίοδος της πρώτης γαλλικής κυριαρχίας. Ο λαός υποδέχεται τους Γάλλους με ενθουσιασμό, ενώ οι ευγενείς αντιμετωπίζουν με εχθρότητα την κατάργηση του αριστοκρατικού πολιτεύματος και των φεουδαλικών τους προνομίων. Η Κέρκυρα αποτελεί πλέον νομό της γαλλικής επικράτειας, περιλαμβάνοντας τα γειτονικά της νησιά (Παξοί, Διαπόντια) και τις πρώην βενετικές ηπειρωτικές κτήσεις (Πάργα, Βουθρωτό).

Παράλληλα με την τοπική διοίκηση, διορίζεται ένας γάλλος επίτροπος, ενώ στην Κέρκυρα εδρεύει και ένας Γενικός επίτροπος με ευρύτερες αρμοδιότητες. Η γαλλική κυριαρχία χαρακτηρίζεται από οργάνωση της διοίκησης και της εκπαίδευσης, την ίδρυση βιβλιοθήκης και τυπογραφείου. Ωστόσο, η βαριά φορολογία και η ασεβής συμπεριφορά των Γάλλων απέναντι στην θρησκεία, μεταστρέφουν το κλίμα εις βάρος των Γάλλων, γεγονός που υποδαυλίζεται και από ενέργειες των ευγενών. Έτσι, με έλλειψη ερεισμάτων, ο ενωμένος ρωσοτουρκικός στόλος, επιτίθεται κατά των γαλλικών κτήσεων και παρά την τετράμηνη αντίσταση των Γάλλων στην Κέρκυρα, αυτή καταλαμβάνεται το 1799.

ΕΠΤΑΝΗΣΟΣ ΠΟΛΙΤΕΙΑ (1800-1807)

Ένα χρόνο αργότερα, συστήνεται η Επτάνησος Πολιτεία, αυτόνομο κράτος, φόρου υποτελές στο Σουλτάνο. Το δημοκρατικό καθεστώς που είχαν εισάγει οι Γάλλοι ανατρέπεται. Εφαρμόζονται νέοι πολιτικοί θεσμοί, όπως η Γερουσία και ο πρόεδρος της (Άρχοντας), με έδρα την Κέρκυρα. Η επταετής ιστορία του κράτους αυτού χαρακτηρίζεται από πολιτικές συγκρούσεις με επίκεντρο το σύνταγμα, υποδηλώνοντας τις βαθιές κοινωνικές-πολιτικές αντιθέσεις των νησιών. Ιδιαίτερο ρόλο στην διακυβέρνηση διαδραματίζουν κερκυραίοι πολιτικοί. Σημαντική εξέλιξη κατά την περίοδο αυτή, αποτελεί η ανασύσταση του ορθόδοξου επισκοπικού θρόνου στην Κέρκυρα.   

ΔΕΥΤΕΡΗ ΓΑΛΛΙΚΗ ΚΥΡΙΑΡΧΙΑ (1807-1809)

Το 1807 οι Γάλλοι επανέρχονται στα Επτάνησα. Κατά την περίοδο της παρουσίας τους πραγματοποιούν οχυρωματικά έργα, ρυμοτομικές και αρχιτεκτονικές παρεμβάσεις (χαρακτηριστικό παράδειγμα το Λιστον), ενώ εισάγουν καινοτόμες πρακτικές όπως τον εμβολιασμό και την ίδρυση επιστημονικών σωματείων (Ιόνιος Ακαδημία).

ΒΡΕΤΑΝΙΚΗ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ (1814-1864)

Η περίοδος της αλλαγής ξένων κυριαρχιών, μπαίνει στην τελευταία της φάση με την εμφάνιση των Άγγλων στα νησιά (καταλαμβάνουν τελευταία την Κέρκυρα, το 1814), και την ίδρυση του Ηνωμένου Κράτους των Ιονίων Νήσων (1815), τυπικά ανεξάρτητου, ουσιαστικά όμως προτεκτοράτου της μεγάλης Βρετανίας. Η Κέρκυρα αποτελεί για δεύτερη φορά πρωτεύουσα κράτους και έδρα της βρετανικής διοίκησης (Ύπατος Αρμοστής) καθώς και των τοπικών πολιτικών θεσμών (Κοινοβούλιο, Γερουσία). Παράλληλα, αποτελεί έδρα πανεπιστημίου (Ιόνιος Ακαδημία, με έτος ίδρυσης το 1824 και λειτουργία έως το 1864) και πιστωτικού ιδρύματος (1837, Ιονική Τράπεζα). Παρά τη συμβολή των Βρετανών στην οργάνωση διοίκησης και στην εκτέλεση δημοσίων έργων (οδοποιία, υδραγωγείο), γεγονός αποτελεί ότι η παρουσία τους συνδέθηκε με την άσκηση μίας αποικιακής πολιτικής, η οποία εκφράστηκε ιδιαίτερα αυταρχικά, κυρίως, όταν άρχισε να τίθεται πιο επιτακτικά το αίτημα της Ένωσης των Επτανήσων με την Ελλάδα.

Από την Ένωση έως τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο (1864-1941)

Πολιτικά γεγονότα

Από τις αρχές του 20ου αιώνα, η Κέρκυρα, θα βρεθεί στο κέντρο των διεθνών πολιτικοστρατιωτικών γεγονότων. Το 1915, διαρκούντος του πολέμου, καταλαμβάνεται από τους Γάλλους, ενώ τα επόμενα χρόνια (1916-1917) δέχεται τον σερβικό στρατό, αποτελώντας για το διάστημα αυτό έδρα της σερβικής κυβέρνησης. Το 1923 καταλαμβάνεται και βομβαρδίζεται προσωρινά από την Ιταλία του Μουσολίνι με αφορμή την δολοφονία ιταλών αξιωματούχων στην ελληνοαλβανική μεθόριο. Ο Δεύτερος Παγκόσμιος πόλεμος και η κατοχή φέρνουν στα Επτάνησα και την Κέρκυρα ξανά τους Ιταλούς οι οποίοι προσπαθούν να ενσωματώσουν τα νησιά στο κράτους τους. Ωστόσο, το 1943 η Κέρκυρα καταλαμβάνεται από τους Γερμανούς αφού αυτοί έχουν πρώτα βομβαρδίσει την πόλη καταστρέφοντας τμήματά της και αρκετά μνημεία. Η παρουσία τους συνοδεύεται από την εξόντωση του μεγαλύτερου μέρους του Εβραϊκού  πληθυσμού του νησιού.

Οικονομία

Η Κέρκυρα αποτελεί πλέον μια επαρχιακή πόλη του ελληνικού βασιλείου και όχι το διοικητικό κέντρο κράτους. Ωστόσο, σύντομα γνωρίζει μια αστική ανάπτυξη χάρη στην λειτουργία βιομηχανικών μονάδων στα προάστια της πόλης (Μαντούκι και Γαρίτσα), η οποία συνοδεύεται από την επέκταση της πόλης, την κατεδάφιση τμημάτων των τειχών και την ανέγερση κτιρίων όπως το Δημοτικό Θέατρο (1904). Ωστόσο, η βιομηχανική οικονομία συνυπάρχει με τον προβληματικό πρωτογενή τομέα που χαρακτηρίζεται από καθυστέρηση και από το ‘αγροτικό πρόβλημα’ το οποίο αφορά το ιδιοκτησιακό καθεστώς της αγροτικής γης και είναι αποτέλεσμα του φεουδαλικού παρελθόντος του νησιού. Το ζήτημα αυτό θα λυθεί μόλις το πρώτο τέταρτο του 20ου αιώνα (περνώντας από διάφορα στάδια, 1912, 1917, 1923).

Μετά τον πόλεμο και μετά από μια περίοδο κάμψης και εγκατάλειψης της υπαίθρου, η Κέρκυρα γνωρίζει μια νέα ανάπτυξη η οποία στηρίζεται στην τουριστική οικονομία η οποία κυριαρχεί πλέον στο νησί, σε αντίθεση με την βιομηχανία η οποία εξαφανίζεται ολοκληρωτικά.